Τα δυο κλειδιά για την λύση του Ελληνικού Δράματος

Του Νίκου Κωστακόπουλου

Εισαγωγή
Σε συνέχεια του άρθρου μου με τίτλο «Οικονομική ισχύς και πολιτική αδυναμία – δυο αταίριαστοι σύντροφοι» που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Agrinionews (http://www.agrinionews.gr/ikonomiki-ischys-ke-politiki-adynamia-dyo-ateriasti-syntrofi/) και επειδή θεωρήθηκε με βάση διάφορα περί αυτού σχόλια, πως αποδίδει μονόπλευρα την ευθύνη στη μία πλευρά, στη Γερμανία εν προκειμένου, ενώ παραβλέπει το ότι τη λύση για το πρόβλημα την έχει η ελληνική κυβέρνηση, η οποία πρέπει να προβεί σε δραματική μείωση των δημοσίων δαπανών, μείωση του δημόσιου τομέα, φορολογικές και εργασιακές μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να γίνουμε μια κανονική δημοκρατική (καπιταλιστική) χώρα, αισθάνομαι την υποχρέωση να παραθέσω τις απόψεις μου περί αυτού. Αυτό, εξάλλου, επιβάλλεται στο πλαίσιο των εξελίξεων που έλαβαν χώρα πρόσφατα αναφορικά με την πορεία της διαπραγμάτευσης για την προσεχή αξιολόγηση του τρέχοντος ελληνικού προγράμματος διάσωσης.
Είναι αλήθεια, βέβαια, πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και σχετική εμπειρία και υπάρχουν άνθρωποι εφοδιασμένοι με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για κάτι τέτοιο – όπως οικονομολόγοι, άνθρωποι της αγοράς και πολιτικοί – κι από αυτή την άποψη δεν μπορεί κάποιος, ο οποίος δεν διαθέτει αυτά τα προσόντα και καταπιάνεται με τον σχολιασμό τέτοιων ζητημάτων, όπως ο υποφαινόμενος, παρά να αισθάνεται άβολα. Θεωρώ, όμως, απαραίτητο να δημοσιοποιούνται οι θέσεις και απλών πολιτών για ζητήματα εξόχως πολιτικά, πράγμα που επιβάλλεται στο πλαίσιο ενός προβληματισμού που πρέπει να αναπτύσσεται στην κοινωνία ως απαραίτητο εργαλείο διαμόρφωσης των βέλτιστων πολιτικών επιλογών για την προώθηση της επίλυσης των ζητημάτων αυτών. Επιπλέον, αποτελεί αναντίρρητη, πιστεύω, πραγματικότητα ότι την αλήθεια δεν την κατέχει κανένας ατόφια όσο γνώστης και ειδικός και να είναι. Θα μπορούσε η αλήθεια να παρομοιαστεί με το πολύτιμο μέταλλο, το χρυσό, ψήγματα του οποίου μπορούν να εξευρεθούν σκόρπια παντού σε μια περιοχή με χρυσοφόρο κοίτασμα και απαιτείται η συλλογή ακόμη και του πιο μικρού κόκκου και  στη συνέχεια η σύζευξη όλων αυτών των ψηγμάτων και η επεξεργασία τους στο εργαστήριο, ώστε να αποτελέσουν το πολύτιμο ατόφιο μέταλλο που θα προωθηθεί για χρήση στην αγορά. Σ’ αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο, καταθέτω στον δημόσιο προβληματισμό με πλήρη ταπεινότητα αυτές τις σκέψεις, όπως τις αντιλαμβάνομαι ως απλός πολίτης και αδαής περί τα οικονομικά με βάση την κοινή λογική, με την αμυδρή ελπίδα πως ίσως και ένα απειροελάχιστο ψήγμα αυτών φανεί χρήσιμo σε όσους λαμβάνουν σχετικές αποφάσεις.
Το δημόσιο χρέος, θηλιά στον λαιμό της Ελλάδας
Σίγουρα, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με την άποψη ότι η Ελλάδα απέχει πολύ από το να είναι μια κανονική χώρα, μια δημοκρατία δυτικού τύπου με λειτουργικό καπιταλιστικό σύστημα, πράγμα που είναι απαραίτητο να γίνει και πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη προς αυτή την κατεύθυνση, μεταξύ των οποίων πρωταρχική θέση κατέχουν οι μεταρρυθμίσεις, βασική θέση στις οποίες κατέχει η αναδιαμόρφωση του δημοσίου τομέα, ώστε να καταστεί πιο αποδοτικός, λιγότερο σπάταλος και περισσότερο αποτελεσματικός.
Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος και δεν θα μπορούσε κανείς λογικά σκεπτόμενος να διαφωνήσει μ’ αυτό, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε πως δεν αρκούν μόνο αυτά για τη λύση του ελληνικού δράματος, καθώς υπάρχουν χώρες με πολύ μεγαλύτερο δημόσιο τομέα της οικονομίας που διαθέτουν ανθηρές οικονομίες κι, εξάλλου, ένας διογκωμένος δημόσιος τομέας αποτελεί από τη μία αναγκαίο αντίβαρο όταν υπάρχει ισχνή οικονομία και αδύναμη ανάπτυξη και απ’ την άλλη είναι απαραίτητο στοιχείο αφενός για τη διασφάλιση του κοινωνικού προσώπου που πρέπει να έχει ένα σύγχρονο κράτος και αφετέρου ως συστατικό στοιχείο υποστήριξης των αναπτυξιακών δράσεων. Με λίγα λόγια, η άποψη πως για όλα τα δεινά φταίει το μεγάλο δημόσιο είναι ένας μύθος κι αν στηριζόμαστε σε μύθους για να λύσουμε ένα πρόβλημα το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να το περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο.
Η άποψη που εκφράζεται στο εν λόγω άρθρο για γενναία μείωση του δημοσίου χρέους δεν αναιρεί αυτή την παραδοχή, αντίθετα την επιβεβαιώνει, αφού εξαρτά την επιτυχία της και από τον δεύτερο παράγοντα που σχετίζεται με την ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους, όχι μόνο του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού. Και θα προσπαθήσω στη συνέχεια αυτό να γίνει πιο σαφές με την παράθεση μερικών παραδειγμάτων.  
Η ελάφρυνση του δημοσίου χρέους είναι απαραίτητη για να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που είναι απαραίτητες για να εκσυγχρονίσει η οποιαδήποτε κυβέρνηση της Ελλάδας – μια κυβέρνηση που θα το επιθυμεί, βέβαια, πραγματικά – το αναχρονιστικό κράτος και να το μετατρέψει σε ένα σύγχρονο, ευέλικτο και αποτελεσματικό κράτος. Ένα κράτος που θα επιβάλλει αφενός λογική φορολογία και αφετέρου θα διαθέτει αποδοτικές υποστηρικτικές αναπτυξιακές δομές ή, με άλλα λόγια, ένα κράτος, το οποίο θα λειτουργεί με ορθολογισμό και θα είναι ικανό να στηρίξει την υγιή επιχειρηματικότητα και να δώσει δημιουργικές διεξόδους στο σημερινό αδιέξοδο.
Πώς, όμως, θα γίνει αυτό, όταν οι αναγκαίες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους βρίσκονται σε τέτοιο δυσθεώρητο ύψος σε σχέση με τα δημόσια έσοδα, που δεν επιτρέπουν πρακτικά την επαρκή χρηματοδότηση ούτε των βασικών κρατικών υποχρεώσεων και κατά συνέπεια η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων αλλά και των πολιτών είναι τέτοια που στραγγαλίζει κάθε οικονομική ικμάδα, αφού όσο μειώνεται η κυκλοφορία του χρήματος μειώνονται αντίστοιχα και τα φορολογικά έσοδα; Πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, αφού στην ουσία έχουν μηδενιστεί και οι δημόσιες επενδύσεις, ενώ θα έπρεπε αντιθέτως να αυξηθούν σε βαθμό αντιστρόφως ανάλογο με αυτόν των ιδιωτικών επενδύσεων που βρίσκονται σε καθοδική πορεία τα τελευταία πολλά χρόνια; Δημόσιες επενδύσεις, που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν όχι μόνο σε υποδομές αλλά και σε επιχειρήσεις του δημοσίου σε τομείς όπου η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε να εξισορροπηθεί ως έναν βαθμό η ύφεση που φέρνει η έλλειψη επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, ωσότου ανακάμψει η οικονομία, αλλά να λειτουργήσουν στη συνέχεια και προωθητικά και για τους ιδιώτες επενδυτές;    
Το δημόσιο χρέος, λοιπόν, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, μια θηλιά στον λαιμό της Ελλάδας. Ένα πρόβλημα που δεν θα έπρεπε να είχε προκύψει ή, τελοσπάντων, θα έπρεπε να έχει αντιμετωπιστεί από τη στιγμή εκδήλωσης της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Επειδή, όμως, οι εξελίξεις δεν μπορούν να διαμορφωθούν με τα «αν» αλλά με βάση την τρέχουσα πραγματικότητα, πρέπει να αντιμετωπιστεί χωρίς άλλη καθυστέρηση όσο το δυνατόν νωρίτερα και αν είναι δυνατόν άμεσα.
Το ιδιωτικό χρέος, θηλιά στον λαιμό της κοινωνίας
Αντίστοιχα με ό,τι συμβαίνει με το δημόσιο χρέος και ακόμη χειρότερα έχει συμβεί και με το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα. Ένα χρέος, μάλιστα, που αυξήθηκε υπέρμετρα κυρίως λόγω της ανερμάτιστης πολιτικής των Τραπεζών την προ κρίσης χρονική περίοδο για πιστωτική επέκταση και γιγαντώθηκε καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Θ’ αναφέρω γι’ αυτό μόνο ένα παράδειγμα από τα πάμπολλα που θα μπορούσαν να αναφερθούν.
Ένας πολίτης αγόρασε την κύρια κατοικία του προ κρίσης με τραπεζικό δάνειο. Μια κατοικία με υπερτιμημένη αξία, η οποία σήμερα έχει υποτιμηθεί τουλάχιστο σε ποσοστό περί το 25% έως 30%, όσο περίπου και το ποσοστό το οποίο αναφέρεται στην εσωτερική υποτίμηση που τέθηκε ως αναγκαίος παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης στην αρχή της κρίσης. Παρά τη δραματική μείωση των εσόδων του λόγω κρίσης και λόγω κάθε είδους επιπλέον φορολογικής επιβάρυνσης, καλείται να αποπληρώσει το δάνειο αυτό, ίδιου ύψους, με το ίδιο επιτόκιο για ένα ακίνητο με υποτιμημένη κατά πολύ αξία, όπως προαναφέρεται. Τα χρήματα κατευθύνονται σε μια επιχείρηση (Τράπεζα) που προέβη σε παράλογη πιστωτική επέκταση προ κρίσης και ανακεφαλαιοποιήθηκε ουκ ολίγον από τον κρατικό προϋπολογισμό και επιπλέον ο πολίτης αυτός καλείται να πληρώσει και ΕΝΦΙΑ για ένα ακίνητο που ουσιαστικά δεν του ανήκει, αφού είναι υποθηκευμένο. Αυτός ο πολίτης, συνήθως έχει και άλλες δανειακές ή φορολογικές υποχρεώσεις, τις οποίες καλείται να πληρώσει με ληστρικά επιτόκια (επιτόκια δραχμής σε μια περίοδο οι Τράπεζες ή το δημόσιο δανείζονται με επιτόκια ευρώ), πολλές από τις οποίες αποτελούν απότοκο της  παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και της μονομερούς επιβάρυνσης που επιβλήθηκε στους πολίτες από τις Τράπεζες και τους δανειστές του δημοσίου. Έτσι, αυτός ο πολίτης δεν μπορεί να καλύψει ούτε τις βασικές βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να καταναλώσει, άρα δεν διακινείται χρήμα εκ μέρους του, ώστε να εισπράξει και το κράτος μέρος από αυτό μέσω της φορολογίας, αλλά οι απαιτήσεις από δάνεια, Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας και φορολογία όχι μόνο παραμένουν στο ίδιο ύψος αλλά συνεχώς αυξάνονται και συσσωρεύονται νέα χρέη.
Κάπως έτσι έχει γίνει με τον περισσότερο κόσμο και κυρίως με τους πιο αδύναμους – και φυσικά υπάρχουν και πολλά χειρότερα από το αναφερόμενο παράδειγμα που αφορούν πάρα πολύ κόσμο –  πράγμα όχι μόνο κοινωνικά απαράδεκτο και εκτός ευρωπαϊκού κεκτημένου αλλά και οικονομικά επιζήμιο.
Κι εδώ προκύπτει και άλλο ένα ερώτημα. Το χρήμα ως άυλη αξία δεν πρέπει να αντιστοιχεί σε πραγματική αξία, είτε υλική είναι αυτή είτε άυλη; Πώς απαιτεί κάθε λογής πιστωτικό ίδρυμα να εισπράξει το χρηματικό ποσό που δάνεισε υπό άλλες συνθήκες και με την υπολογιζόμενη εκείνη την περίοδο απόδοση από ένα υλικό αγαθό που αποκτήθηκε τότε υπό άλλες συνθήκες αλλά εκ των πραγμάτων έχει χάσει την αξία του; Αποτελεί, αλήθεια, αυταξία το χρήμα;
Κάπως έτσι η κοινωνία έχει αφεθεί απροστάτευτη, βορά στην πλεονεξία των Τραπεζών, των ενεχυροδανειστηρίων και των εισπρακτικών εταιριών. Ο κόσμος υποφέρει, η πραγματική οικονομία βυθίζεται, η κοινωνία καταρρέει, τα «κόκκινα» δάνεια αυξάνονται, το ιδιωτικό χρέος προς το δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς συσσωρεύεται, ενώ οι προτεινόμενες λύσεις εδράζονται στη συνεχή μείωση των αποδόσεων από την εργασία, στην εντατικοποίηση των διώξεων και στην επιτάχυνση των διαδικασιών για την κατάσχεση των όποιων περιουσιακών στοιχείων διαθέτουν οι  δύσμοιροι δανειολήπτες. Όποιοι είναι «πιο τυχεροί» και τους προταθούν ρυθμίσεις αποκαλούμενες «ευνοϊκές», καλούνται να πληρώνουν τις Τράπεζες σε βάθος γενεών πλέον, καθώς ο χρόνος ζωής του ανθρώπου θεωρείται πολύ μικρός πλέον για να ικανοποιήσει το ακόρεστο πάθος των όλο και πιο λίγων αλλά όλο και πιο πολλά «εχόντων» για συσσώρευση πλούτου. Έτσι έχει απομυζηθεί κάθε δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης από την πλειοψηφία πλέον του κόσμου και κυρίως από τους πλέον αδύναμους. Κι αυτά τα μέτρα αποκαλούνται με εύηχες λέξεις, εντυπωσιακές αλλά συχνά αλληγορικές, αφού δεν στοχεύουν στην πραγματική ανάπτυξη για την κοινωνία αλλά στην ευημερία των αριθμών.
Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα ποια οικονομική θεωρία και ποιου οικονομικού συστήματος επιβάλλει την εξαθλίωση της πλειοψηφίας των πολιτών για να προκύψει μέσω αυτής οικονομική ανάπτυξη; Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να αποκαλείται καπιταλισμός. Κλεπτοκρατία, σύγχρονη φεουδαρχία, δουλοπαροικία είναι λέξεις που θα ταίριαζαν, όπως και άλλες παρόμοιες, όπως και η πρακτική των Τραπεζών δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την τοκογλυφία με μόνη διαφορά ότι η δραστηριότητα των Τραπεζών είναι νόμιμη.
Μ’ αυτά τα δεδομένα είναι δυνατό να υπάρξει οποιαδήποτε πιθανότητα ανάπτυξης. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει ελάφρυνση και του ιδιωτικού χρέους, είτε αυτό αναφέρεται σε πιστωτικά ιδρύματα, είτε και στο ίδιο το κράτος κατά τα 2/3 αυτού, επιμερισμένου σε βαθμό αντιστρόφως ανάλογο της οικονομικής ισχύος ενός εκάστου.
Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει το σχετικό κόστος; Η απάντηση είναι η εξής:
Το 1/3 να το επιβαρυνθούν οι ίδιες οι Τράπεζες, να εγγραφεί στις ζημίες τους χωρίς καμία απαίτηση από τρίτους. Πώς δικαιολογείται αυτό; Μα αυτό επιβάλλει ο επιμερισμός των ευθυνών. Η αμετροεπής πιστωτική επέκταση των τραπεζών επιβάλλει τον επιμερισμό της ευθύνης για τις ζημίες κατά ένα μέρος και στις ίδιες. Δεν είναι μόνο ευθύνη των δανειοληπτών οι ζημίες που προέρχονται από τα μη δυνάμενα να εξυπηρετηθούν δάνεια εν όλω ή εν μέρει. Ποια οικονομική θεωρία και σε ποιο οικονομικό σύστημα επιβάλλει τα ρίσκα να φορτώνονται εξ’ ολοκλήρου στη μία πλευρά των συναλλασσόμενων;
Το άλλο 1/3 να εισπραχθεί από το κούρεμα που θα επιβληθεί στις καταθέσεις των πολιτών οπουδήποτε κι αν αυτές βρίσκονται, ειδικά αυτές που βρίσκονται σε ευρωπαϊκό έδαφος είτε από χρήματα που έχουν αποσυρθεί από τις ελληνικές τράπεζες λόγω κρίσης είτε έχουν αποταμιευθεί από την αρχή εκεί, συνήθως αφορολόγητα στην Ελλάδα, είτε βρίσκονται στις ποικιλώνυμες λίστες Λαγκάρτ και άλλα τέτοια, χωρίς να γίνεται λόγος για την άντληση κεφαλαίων από τους ανά την υφήλιο φορολογικούς παραδείσους, γιατί πρόκειται για μια ασύλληπτη απάτη των εχόντων ανά των κόσμο με πολλές προεκτάσεις στην πολιτική. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, θα έπρεπε να δείξουν την αντίστοιχη ανταπόκριση οι ίδιοι οι συστηματικά φοροδιαφεύγοντας με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο. Αλλά, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κανείς να το ζητήσει, γιατί είναι περιττό να ζητάς έκφραση ευαισθησίας και φιλοπατρίας από  ανθρώπους ατομιστές και απάτριδες, που περισσεύουν, δυστυχώς, και σ’ αυτόν τον τόπο, όπως και αλλού. Και πώς δικαιολογείται το κούρεμα στις καταθέσεις, θα πει κάποιος; Δεν είναι αυτό κλοπή του ιδρώτα των πολιτών από το αδηφάγο κράτος; Μα για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και αναλογικής κατανομής των βαρών είναι η απάντηση. Πώς είναι δυνατό να απαξιώνεται έως μηδενισμού η αξία της εργασίας ή και οι συνταξιοδοτικές δαπάνες που προέρχονται από παρακρατηθέντες από την εργασία πόρους, και να μην επιβαρύνονται αναλογικά ποσά που είναι αποταμιευμένα, μεγάλο μέρος των οποίων, αν όχι το μεγαλύτερο, αποτελεί προϊόν απόκρυψης εισοδημάτων ή προέρχεται ακόμη και από απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος ή και από φόρους εισπραχθέντες αλλά μη αποδοθέντες στο κράτος. Είναι πράγματα γνωστά και δεν πρέπει να διστάζουμε να τα λέμε με τ’ όνομά τους. Μα θα αντιτείνει κάποιος, θα κλονιστεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Ποια εμπιστοσύνη, αλήθεια, και σε ποιο τραπεζικό σύστημα; Ας μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Ποιοι έχουν αφήσει τα χρήματά τους στις Τράπεζες της Ελλάδας; Ουσιαστικά μόνο οι μικροκαταθέτες που δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς!
Τυχόν υπόλοιπο που δεν θα μπορέσει να καλυφθεί από το κούρεμα των καταθέσεων να καλυφθεί από το ποσό που θα προοριστεί για την απομείωση του δημοσίου χρέους ή μέρος αυτού να επιμηκυνθεί σε βάθος χρόνου αλλά με ευνοϊκούς όρους που να μην δημιουργούν επιβάρυνση του δανειολήπτη.
Δύσκολα πράγματα θα σκεφθεί ο καθένας αυτά. Δύσκολα, ναι. Όχι, όμως, ανέφικτα, είναι η απάντηση. Ανέφικτα είναι όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη πολιτική βούληση, η οποία πρέπει να είναι και πολύ ισχυρή. Μόνο η πολιτική είναι το εργαλείο εκείνο που μπορεί να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις αυτού του επιπέδου, αρκεί να είναι ουδέτερη και όχι διαπλεκόμενη, που συνήθως δεν είναι, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο.
Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως της Γερμανίας, στο ελληνικό ζήτημα
Κι εδώ προκύπτει το ερώτημα πώς είναι δυνατό να απαλλαγεί η χώρα από τον βραχνά του μη δυνάμενου να εξυπηρετηθεί χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού; Η απάντηση είναι αυτονόητη. Μόνο με εξωτερική αλληλεγγύη σ’ αυτή τουλάχιστο τη φάση, καθώς είναι πολύ μακριά ακόμη ο χρονικός ορίζοντας κατά τον οποίο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα μπορεί να εξυπηρετηθεί από την ανάπτυξη και αυτό των ιδιωτών από την αύξηση των εισοδημάτων τους, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Αν περιμένουμε ως τότε, θα έχει διαλυθεί η κοινωνία και η χώρα. Γι’ αυτό, απαιτείται η εκδήλωση αλληλεγγύη προς την Ελλάδα αντίστοιχης μ’ αυτή που δέχθηκε η Γερμανία και κατ’ επέκταση, αν και σε μικρότερο βαθμό, ολόκληρη η Δυτική Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η αλληλεγγύη πρέπει να επιδειχθεί κατά κύριο λόγο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή μάλλον από τη Γερμανία, που αποτελεί τον κρατικό φορέα που διαθέτει το απαιτούμενα κεφάλαια για κάτι τέτοιο.  
Η Γερμανία, εξάλλου, είναι αυτή που επωφελήθηκε τα μέγιστα αφενός από τον διεθνή παράγοντα μεταπολεμικά τόσο με τη μείωση του χρέους της κατά τα 2/3, πράγμα που αποτέλεσε τον γενεσιουργό παράγοντα της μετέπειτα οικονομικής της ανάπτυξης, και με την πολλαπλής πάσης φύσεως βοήθεια που δέχθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όσο και με την ένωση της Ευρώπης και ως συνέπεια αυτής της ένωσης το ενιαίο νόμισμα, πράγμα που γιγάντωσε την οικονομική της ισχύ. Δεν πρέπει, μάλιστα, να παραβλεφθεί και η γενναία ενίσχυση της Γερμανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας στο οικονομικό της σύστημα.
Η Γερμανία, λοιπόν, ενώ έχει δεχθεί με τον πιο εμφατικό τρόπο την αμέριστη βοήθεια του διεθνούς παράγοντα και θα έπρεπε να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο και η ίδια σε αντίστοιχες καταστάσεις καταπώς θα όφειλε, έστω και για λόγους ανταπόδοσης και μόνο, όχι μόνο δεν το έκανε, όταν κάτι τέτοιο ήταν επιβεβλημένο, αλλά αντίθετα φροντίζει να επωφεληθεί από το πρόβλημα των άλλων αντί να συμβάλει στη λύση του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο τρόπος που λειτούργησε στην τελευταία οικονομική κρίση. Με το ξέσπασμα της πρώτης θύελλας (οικονομική κρίση 2008) αντί αυτή να αντιμετωπιστεί με επιθετικά μέτρα από κοινού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αντίστοιχο αυτού που εφαρμόστηκε με αποτελεσματικό τρόπο στις Η.Π.Α., αφέθηκε η ευθύνη στο κάθε κράτος ξεχωριστά. Έτσι, ο πλούσιος βορράς, το κέντρο, δηλαδή η Γερμανία και λιγότερο τα κράτη – δορυφόροι της, λόγω ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και αρχιτεκτονικής του ενιαίου νομίσματος, όχι μόνο βγήκε αλώβητος αλλά βιώνει και μια νέα οικονομική άνοιξη, τη στιγμή που ο φτωχός νότος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η περιφέρεια, λόγω ανταγωνιστικού μειονεκτήματος που οφείλεται εν πολλοίς και στο ενιαίο νόμισμα, βιώνει συνεχή πτώση του βιοτικού του επιπέδου. Την ίδια στιγμή το ετήσιο πλεόνασμα του προϋπολογισμού της Γερμανίας ισούται αθροιστικά με τα ελλείμματα όλων των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Αντί, μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού να επανεπενδυθεί στην περιφέρεια της Ευρώπης, ώστε να μετατραπεί σε νέο πανευρωπαϊκό πλούτο και να μετριάσει την οικονομική ανισορροπία μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, όπως θα έπρεπε στο πλαίσιο μιας ένωσης, όπου θα πρέπει να ισχύει η αμοιβαιότητα στα κέρδη αλλά και στις ζημίες, αυτό χρησιμοποιείται ως πλεονέκτημα για τη συσσώρευση ακόμη μεγαλύτερου πλούτου στην ίδια τη Γερμανία με την έλξη κεφαλαίων για αποταμίευση στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας αυτής καθώς και για τον δανεισμό των επιχειρήσεων γερμανικών συμφερόντων με μηδενικό ή ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο, για να μπορούν να εξαγοράσουν όσο πιο πολλές επιχειρήσεις του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου τομέα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Το ερώτημα που προκύπτει, όμως, εδώ είναι αν αυτό είναι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης. Είναι αυτό Ένωση ή μήπως είναι Ηγεμονία; Η απάντηση είναι αυτονόητη. Με λίγα λόγια η Γερμανία στήνει με μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα, είναι αλήθεια, την οικονομική της αυτοκρατορία, κάτι που θεωρεί η ίδια πως το δικαιούται έναντι των πρώην αποικιοκρατικών κρατών της Ευρώπης, καθώς η ίδια δεν υπήρξε αποικιοκρατική δύναμη και όταν διεκδίκησε κάτι τέτοιο δεν της το επέτρεψαν με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, και τώρα, που βρήκε την ευκαιρία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τίποτα δεν τη σταματάει. Αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την αιτία αναζωπύρωσης αισθημάτων ανταγωνισμού ισχύος μεταξύ των κρατών σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού των άλλων ισχυρών κρατών της Ευρώπης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία αποφάσισε την αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς, μάλιστα, να μπορεί να υπολογιστεί αν αυτό δεν θα βρει αντίστοιχα μιμητές.
Πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία επιβαρύνεται και από άλλα προβλήματα, όπως το προσφυγικό ζήτημα, και στον βαθμό που θα συνεχιστεί, αν δεν αντιστραφεί με επιθετικές πολιτικές, θα λειτουργήσει  διαλυτικά για την Ένωση. Από ό,τι φαίνεται, μάλιστα, το διευθυντήριο της Ευρώπης, το ισχυρό ευρωπαϊκό κέντρο με άξονα τη  Γερμανία, προσπαθεί να περιφρουρήσει τη θέση του αυτοπεριοριζόμενο σε ένα τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου που θεωρεί άκρως απαραίτητο και προσανατολίζεται στο να αποβάλει ό,τι θεωρεί πως του στοιχίζει ακριβά. Έτσι, βέβαια, λειτουργεί αυτοκαταστροφικά σε βάθος χρόνου, καθώς δεν υπολογίζει πως η οικονομική ισχύ από μόνη της χωρίς πολιτική και στρατιωτική ισχύ, επαρκείς πρώτες ύλες και ισχυρά γεωπολιτικά ερείσματα, δεν θα κρατήσει για πολύ και θα συνθλιβεί στις συμπληγάδες του παγκόσμιου ανταγωνισμού ανάμεσα στις υπερδυνάμεις που διαθέτουν όλα αυτά, τις υπάρχουσες και τις αναδυόμενες.
Κι εδώ είναι το παράδοξο. Σε μια εποχή που βρίσκονται σε εξέλιξη δραματικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η Ενωμένη Ευρώπη έχει ανάγκη από τη σύζευξη των πλεονεκτημάτων που διαθέτει για να ενισχύσει περαιτέρω και να εδραιώσει τη θέση της στον ισχυρότατο και αμείλικτο διεθνή ανταγωνισμό. Η οικονομική ισχύς της Γερμανίας, η στρατιωτική ισχύς της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, και κατ’ επέκταση των Βαλκανίων, για τη διασφάλιση της ενεργειακής κυρίως επάρκειας της Ευρώπης, οι απέραντες εδαφικές εκτάσεις της ανατολικής Ευρώπης, που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της διατροφικής της επάρκειας, είναι μερικά από τα πλεονεκτήματα που θα έπρεπε να τα εκμεταλλευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από την επίτευξη μιας ισχυρής πολιτικής ένωσης που δυστυχώς δεν φαίνεται να την ενστερνίζονται οι ισχυροί της Ευρώπης και κυρίως η Γερμανία με την επιμονή της περί διαφύλαξης των κεκτημένων της στον οικονομικό τομέα. Δεν θέλει να αντιληφθεί η Γερμανία ότι όλα αυτά που δεν έχει και που της είναι απαραίτητα για να καταστεί μεγάλη δύναμη – ικανή εδαφική έκταση, νευραλγική γεωστρατηγική θέση, πρώτες ύλες, ενέργεια, στρατιωτική και πολιτική ισχύ – τα διαθέτει, ή μπορεί πιο εύκολα να τα αποκτήσει, η Ευρώπη στο σύνολό της, αλλά θα πρέπει να κατανέμονται τα οφέλη αναλογικά σε όλες τις περιοχές της Ευρώπης και αντίστοιχα σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες και όχι κατά κόρον σε ένα ευνοημένο κέντρο και σε μία συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων.  
Για να συμβεί, όμως, αυτό, θα πρέπει να αρθεί η μονομέρεια, η απολυτοσύνη και η ακαμψία της γερμανικής πολιτικής – και είναι μια ευκαιρία η συζήτηση αυτή να ξεκινήσει από την ίδια τη Γερμανία τώρα, στην προεκλογική της περίοδο, πράγμα που δεν φαίνεται πιθανό – και να αποφασίσει η ίδια η Γερμανία να διαθέσει ολόκληρο το πλεόνασμά της για τη χρηματοδότηση της οικοδόμησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Έτσι θα επιβεβαιώσει και τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη. Το οφείλει, εξάλλου, στην Ευρώπη πολλαπλά και είναι ευκαιρία να ξεκινήσει από την Ελλάδα, που είναι και πολύ εύκολο λόγω του ασήμαντου για τη Γερμανία μεγέθους του ελληνικού χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού, στο σύνολό του.  
Έτσι, πέραν των άλλων, αναφορικά με το ζήτημα του ελληνικού χρέους η ριζική λύση είναι να προβεί η Γερμανία σε απομείωση – οριστικό κούρεμα, δηλαδή – του χρέους της Ελλάδας κατά τα 2/3 αυτού, σε ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο που δόθηκε και στην ίδια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως, εξάλλου, της υπομνύεται και από διεθνείς οργανισμούς και τις Η.Π.Α.. Η Γερμανία, εξάλλου, έχει και έναν επιπλέον λόγο να το κάνει, ειδικά για την Ελλάδα, καθώς ολόκληρο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ισούται με αυτό των πολεμικών αποζημιώσεων που η Γερμανία όφειλε στην Ελλάδα και που η Ελλάδα σωστά αποποιήθηκε προς χάρη της αλληλεγγύης στη Γερμανία, μια χώρα που καταστράφηκε από έναν πόλεμο που η ίδια προκάλεσε. Η Ελλάδα δεν διαθέτει την ισχύ για να απαιτήσει κάτι τέτοιο ούτε πρόκειται να το κάνει σεβόμενη την έκφραση του πολιτικού πολιτισμού που πρέπει να υπάρχει μεταξύ εταίρων. Η ίδια η Γερμανία πρέπει να το κάνει, για να επιβεβαιώσει και τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πότε περιμένει η Γερμανία να ξεπληρώσει το χρέος της προς την Ελλάδα; Ή μήπως συναρτά τις ομολογουμένως μεγάλες ευθύνες της Ελλάδας για την οικονομική κρίση που την πλήττει με το κόστος που πληρώνει 8 χρόνια τώρα ως τιμωρία; Τότε για πόσο θα έπρεπε να τιμωρηθεί η Γερμανία για τις ευθύνες της αναφορικά με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Αναγκαίος ο συγχρονισμός των κλειδιών για τη λύση του δράματος
Υπό αυτές, μάλιστα, τις συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, οι πολιτικές θέσεις αναφορικά με το οικονομικό ζήτημα της χώρας που εδράζονται στη θεοποίηση των αγορών και εστιάζονται στις μεταρρυθμίσεις και μόνο παραβλέποντας συγχρόνως το πρόβλημα του στραγγαλισμού της οικονομίας εξαιτίας της συσσώρευσης οικονομικού χρέους μη δυνάμενου να εξυπηρετηθεί τόσο από το δημόσιο όσο και από τους ιδιώτες, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Το ζήτημα είναι να υπάρξει η θέληση – για την ακρίβεια η απαιτούμενη ισχυρή πολιτική βούληση – και των δύο πλευρών, αλλιώς λύση με τη θέληση της μίας πλευράς και μόνο, όσο ισχυρή και να είναι αυτή, δεν υπάρχει. Γι’ αυτό αναφέρομαι σε απαλλαγή από το μεγαλύτερο μέρος του εληνικού χρέους, ώστε αυτό να καταστεί δυνάμενο να εξυπηρετείται, με ταυτόχρονη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που κρίνονται απαραίτητες για να καταστεί λειτουργική η ελληνική οικονομία. Μεταρρυθμίσεις, όμως, οι οποίες δεν θα επιβαρύνουν μονόπλευρα και υπέρμετρα τους πιο αδύναμους, όπως γίνεται καθ’ υπερβολή καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και έξω και πέρα από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Καταληκτικά, λοιπόν, ο διακόπτης που πρέπει να γυρίσει για να πάρει μπροστά η οικονομία και να λυθεί το ελληνικό δράμα φυλάσσεται σε ένα ασφαλές κιβώτιο που είναι κλειδωμένο με δυο κλειδαριές. Τα κλειδί από τη μία το κρατάει η εκάστοτε η ελληνική κυβέρνηση και αναφέρεται κυρίως στη δυνατότητα να προβεί στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και το άλλο ο εξωτερικός παράγοντας και αναφέρεται στο γερμανικό πλεόνασμα. Οι κλειδαριές πρέπει να ανοίξουν συγχρόνως και το ξεκλείδωμα να γίνει με καλό συγχρονισμό και των δύο κλειδιών, αλλιώς ο διακόπτης δεν θα γυρίσει για να δώσει ρεύμα που θα κινήσει τις μηχανές της ανάπτυξης. Και το ερώτημα παραμένει. Θα συγχρονιστούν, άραγε, τα κλειδιά;  
Νίκος Κωστακόπουλος

(Εκπαιδευτικός – Δημοτικός Σύμβουλος Θέρμου)
Share on Google Plus
TO No1 Αγρινιώτικο-Ανεξάρτητο blog.Επικοινωνία:agriniolike@gmail.com

1 σχόλια:

  1. Σε ένα άρθρο αποτυπώνονται όλα τα ερωτήματα που απασχολούν κοινωνία.Εύγε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια τα οποία είναι υβριστικά ή περιέχουν χαρακτηρισμούς δε θα δημοσιεύονται.