Ποιος θα σηκώσει τη σημαία;

Γράφει ο Νίκος Κωστακόπουλος

"Επιτέλους, μια απόφαση του Υπουργείου Παιδείας που προβλέπει  αποσύνδεση της επίδοσης στα μαθήματα από τη δυνατότητα να επιλεγεί κάποιος μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο σημαιοφόρος, παραστάτης και υπεύθυνος για κατάθεση στεφάνων στις εθνικές εορτές, έρχεται να δώσει τέλος σε μια παθογένεια. Οι δηλώσεις του Υπουργού κ. Κων/νου Γαβρόγλου περικλείουν την ουσία του ζητήματος και δεν θα χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα περισσότερο για να εξηγηθεί η ορθότητα της απόφασης.

Δυστυχώς, όμως, έχουμε τη συνήθεια στη χώρα μας να αντιδρούμε σε οτιδήποτε καινούριο, ακόμη κι αν σύμφωνα με την κοινή λογική αυτό είναι σωστό κι ο καθένας το διαισθάνεται ενδόμυχα, ασχέτως αν δεν το ομολογεί, και οχυρωμένοι πίσω από τις ιδεοληψίες μας, ανεξαρτήτως από ποια πλευρά του λεγόμενου ιδεολογικο-πολιτικού φάσματος προέρχονται αυτές, προβάλλουμε σθεναρή αντίσταση, γιατί έτσι έχουμε γαλουχηθεί ως κοινωνία.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αρθρογραφία και πληθώρα δηλώσεων στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο, αναρτήσεις και σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, δακρύβρεχτα σενάρια περί δήθεν υποβάθμισης της αριστείας από το εν λόγω μέτρο, ολόκληρη αναστάτωση για ένα ζήτημα τελείως ανούσιο και για μία απόφαση του Υπουργείου με οφθαλμοφανή ορθότητα.  
Ως απλός πολίτης θα παραθέσω στη συνέχεια μερικές απλές σκέψεις περί αυτού, χωρίς περισπούδαστες αναλύσεις, που νομίζω μπορεί να απασχολούν τον καθένα.  
Την πατρίδα την υπηρετούν το ίδιο καλά και οι περισσότερο και οι λιγότερο ικανοί και οι περισσότερο και οι λιγότερο έξυπνοι, και οι περισσότερο και οι λιγότερο πετυχημένοι στις σπουδές, στο επάγγελμα, στην κοινωνική ζωή. Καμιά φορά, μάλιστα, την υπηρετούν καλύτερα οι λιγότερο μορφωμένοι και οι αγράμματοι από πολλούς επιτυχημένους είτε στα γράμματα είτε στην επιχειρηματικότητα. Ποιος μπορεί να στερήσει από αυτούς τους ανθρώπους το δικαίωμα να σηκώσουν τη σημαία, το σύμβολο της πατρίδας που υπηρετούν σε οποιαδήποτε σχετική εκδήλωση επιβάλλεται κάτι τέτοιο;
Ειδικότερα σε πολεμικές περιόδους οι περισσότεροι που σηκώνουν το ντουφέκι στην πρώτη γραμμή του μετώπου είναι συνήθως αυτοί που έχουν μάθει λιγότερα γράμματα. Στην επανάσταση του 1821, αλήθεια, αλλά και στις μετέπειτα πολεμικές αναμετρήσεις στις οποίες πήρε μέρος η Ελλάδα, υπήρχε κανόνας αριστείας βάσει του οποίου έπρεπε να δίνεται η σημαία στον καλύτερο; Αν ποτέ, και σήμερα ακόμη αλλά και στο μέλλον, βρεθεί η χώρα σε πολεμική αντιπαράθεση, θα αναζητηθούν όσοι έχουν τη μεγαλύτερη απόδοση στις σπουδές ή οπουδήποτε αλλού για να σηκώσουν τη σημαία στα πεδία των μαχών, στην πρώτη γραμμή του μετώπου; Δεν θα τη σηκώσουν αυτοί που ρισκάρουν τη ζωή τους στην αντιπαράθεση σώμα με σώμα με τον εχθρό; Και γιατί τότε να εμπιστευτούμε τη σημαία στα χέρια ενός ανθρώπου που μπορεί και να είναι ο τελευταίος μαθητής και την ώρα που μαθητεύει να του στερούμε το δικαίωμα αυτό; Με βάση ποια λογική, αλήθεια, συνδέθηκε με την αριστεία ως έπαθλο – λες και δεν υπήρχαν άλλα έπαθλα γι’ αυτό – το εθνικό σύμβολο, η σημαία;
Για να μην αναφερθούμε στο τι γινόταν ως τώρα με το ζήτημα της επιλογής σημαιοφόρων, την πίεση που ασκούνταν από γονείς σε μαθητές και δασκάλους για εξασφάλιση μεγάλου βαθμού με πρωταρχικό στόχο σε αρκετές περιπτώσεις να δοθεί η δυνατότητα στο παιδί να επιλεγεί  σημαιοφόρος, παραστάτης ή υπεύθυνος για κατάθεση στεφάνου, τους διαπληκτισμούς, την αποφυγή δασκάλων να αναλάβουν την Ε' τάξη, ώστε να μην βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να εισπράξουν τη δυσαρέσκεια από γονείς μαθητών που θεωρούν ότι αδικήθηκαν στη βαθμολογία, και άλλα τέτοια τραγελαφικά....
Το παράδοξο, βέβαια, στην υπόθεση δεν έγκειται στις αντιδράσεις γενικά που προέρχονται από τους ποικίλης μορφής αποκαλούμενους ως συντηρητικούς κύκλους – αναμενόμενο ήταν – αλλά στην αντίδραση πολιτικών φορέων που αυτοπροσδιορίζονται στον προοδευτικό χώρο, οι οποίοι, αντί να επικροτήσουν την απόφαση και να ψέξουν το Υπουργείο για την ατολμία να προχωρήσει σε πιο ριζικές τομές σε τέτοιου είδους ζητήματα, όπως στη γενίκευση πιθανά του μέτρου και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κυρίως στην κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων, αυτόν τον μεταξικής εμπνεύσεως θεσμό, ο οποίος είναι αναχρονιστικός και αντίθετος με τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης, καταγγέλλουν αναφανδόν σχεδόν στο σύνολό τους μια απόφαση που κινείται στη σωστή κατεύθυνση, κινούμενοι από πολιτική ιδιοτέλεια εγκλωβισμένοι στο πλαίσιο που θέτει ο λαϊκισμός. Τη στιγμή που θα έπρεπε να συμπαραταχθούν με την άποψη του Υπουργείου Παιδείας στο ζήτημα αυτό και να συμβάλουν στην επίτευξη και άλλων αλλαγών , όπως οι προαναφερόμενες για την άμεση κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων, ένα ζήτημα που υπό τις πολιτικές ισορροπίες που επικρατούν σήμερα ήταν, προφανώς, αδύνατο για το Υπουργείο να το λύσει.
Και είναι ν’ απορεί κανείς. Έχουν παρέλθει σχεδόν οχτώ δεκαετίες ή, να το πούμε αλλιώς, τρεις γενιές μετά την ήττα του φασισμού στην Ευρώπη και οι μαθητικές παρελάσεις, ένας θεσμός ο οποίος γεννήθηκε και επικράτησε στις ευρωπαϊκές χώρες τα χρόνια που διοικούσαν τα φασιστικά καθεστώτα και καταργήθηκε αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα κράτη της δυτικής Ευρώπης, εφαρμόζεται ακόμη στην Ελλάδα, και μάλιστα θεωρείται ως κορυφαία εκδήλωση εθνικής περηφάνιας από μεγάλο μέρος, ίσως και από την πλειοψηφία, του πληθυσμού και δεν αποτολμά καμία κυβέρνηση και κανένας πολιτικός σχηματισμός να προχωρήσει στην κατάργησή του. Τι φταίει, άραγε;
Αλλά, είπαμε, για να πάει μπροστά μια κοινωνία πρέπει οι πολίτες να είναι ενημερωμένοι, σκεπτόμενοι και συμμέτοχοι στις κοινές αποφάσεις και οι πολιτικοί να είναι μπροστάρηδες, να καθοδηγούν με τις πολιτικές τους επιλογές την κοινωνία προς το μέλλον, να ηγούνται της κοινωνίας, να είναι δηλαδή ηγέτες, και όχι να άγονται και να φέρονται βάσει του πρόσκαιρου προσδοκώμενου πολιτικού οφέλους, δηλαδή να μην είναι εγκλωβισμένοι στο καρκίνωμα του λαϊκισμού.
Αυτά, όμως, είναι αμφότερα πράγματα σε ανεπάρκεια στη χώρα μας και θα αποτελούν ζητούμενο για πολύ ακόμη, από ό,τι φαίνεται από πλείστα όσα παραδείγματα. Είναι τελικά ζήτημα παιδείας, συλλογικής κουλτούρας, πολιτισμικού επιπέδου.
Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να προσπαθούμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα, να διατυπώνουμε την άποψή μας με επιχειρήματα, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, να πάψουμε να παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε υποτιθέμενες ιδεολογικές αποχρώσεις που συνιστούν στην ουσία αγκυλώσεις. Να σκεφτόμαστε και να δρούμε με βάση τον ορθολογισμό, το στοιχείο εκείνο που αποτέλεσε τον ακροθεμέλιο λίθο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και στη συνέχεια του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού στο πλαίσιο του οποίου είναι ενταγμένη και η χώρα μας.
Αν θέλουμε να γίνουμε μια σύγχρονη κοινωνία. Αλλιώς, ας παραμείνουμε στις ιδεοληψίες μας, σε βυζαντινισμούς και σε διαμάχες δογματικού τύπου, μακριά από την ορθολογιστική σκέψη, και να γκρινιάζουμε μονίμως για το ότι μένουμε ως κοινωνία και ως κράτος πίσω από τις εξελίξεις που συμβαίνουν στο σπίτι μας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στον κόσμο ολόκληρο.
Καταλήγοντας στο ερώτημα που τίθεται στην επικεφαλίδα, δηλαδή «ποιος θα σηκώσει τη σημαία;» η ορθή απάντηση πρέπει να είναι η εξής: «Κάθε μαθητής ελληνικού σχολείου πρέπει να έχει την δυνατότητα να σηκώσει τη σημαία, τιμώντας της μ’ αυτόν τον τρόπο»."


Νίκος Κωστακόπουλος
(Εκπαιδευτικός – Δημοτικός Σύμβουλος Θέρμου)

Share on Google Plus
TO No1 Αγρινιώτικο-Ανεξάρτητο blog.Επικοινωνία:agriniolike@gmail.com
    Agriniolike 1
    Agriniolike.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια τα οποία είναι υβριστικά ή περιέχουν χαρακτηρισμούς δε θα δημοσιεύονται.